Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2015

Ουρανός γεμάτος αστέρια


Κάθε μέρα περιμένω να πέσει η νύχτα,
να ντυθεί με τα καλά της και να με μαγέψει.
Ανυπόμονος περιμένω να γεμίσει ο ουρανός αστέρια,
να χαθώ μέσα στο μαγευτικό θέαμα.
Κάθε νύχτα έχω ένα παράξενο συναίσθημα,
να νιώθω την ύπαρξή σου ζωγραφισμένη εκεί ψηλά.


Σα λάμπει ο ουρανός,
η φύση ζηλεύει τη ομορφιά που σου ΄δωσε.
Σα συννεφιάσει,
χαμένη στις σκέψεις σου ζητάς διέξοδο.
Σα βρέξει,
με δάκρυα στα μάτια αναζητάς το γιατί.
Σα χιονίσει,
μια ζεστή αγκαλιά ζητάς να σε παρηγορήσει.


Μα δεν με νοιάζει εμένα ο καιρός.
Συννεφιάσει,βρέξει,χιονίσει,
εγώ θα περιμένω να λάμψεις και να μαγέψεις.
Γιατί στα μάτια μου θα ΄σαι
ένας ουρανός γεμάτος αστέρια.  


Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2015

Αναζητώντας τη Δουλτσινέα


Μέσα σε ένα σπίτι ακούγονται κραυγές.
Κραυγές αγανάκτησης και θυμού,
βγήκαν απερίσκεπτα και βίαια
από την ψυχή της την αθώα.
Έκπληκτος και σαστισμένος,
να αντιδράσω ήμουν ανίκανος,
ζήτησε να φύγω.


Έβρεχε το βράδυ εκείνο.
Έψαχνα μια αγκαλιά παρηγοριάς,
μια φωλιά αγάπης,
σαν εκείνα τα περιστέρια που είχαν ξαποστάσει.
Έξω νεροποντή,
μέσα βιβλική καταστροφή.
Ο ζητιάνος μάζευε πραγμάτια,
η ψυχή απομεινάρια.
Τι είχε να χάσει;
Με το κεφάλι ψηλά προχώρησε,
μια αλλιώτικη ζωή αναζητούσε.


Σαν σταμάτησε η βροχή,
πήρα την απόφαση μπροστά να πάω.
Τον κόσμο ανάποδα θα γυρίσω
τη Δουλτσινέα της ψυχής μου να βρω
στην άλλη άκρη του τόξου του ουράνιου να ζήσω.



Κυριακή 21 Ιουνίου 2015

Στων ματιών σου το πράσινο βυθό


Περπατούσα ώρες ατελείωτες
μέρες και νύχτες
με την ελπίδα
να έβλεπα
για μια ακόμα φορά
αυτήν τη λάμψη
στο πράσινο των ματιών σου.


Αυτήν τη λάμψη,
που μου έδωσε
ελπίδα,
δύναμη
και ζήλο,
να παλεύω
το ακατόρθωτο,
να διεκδικώ
το αδιανόητο.


Μα την άλλη στιγμή
εξαφανίστηκες.
Χάθηκε η μαγεία.
Έσβησαν τα πάντα
γύρω μου.
Δεν έβλεπα.
Δεν άκουγα.
Όλα νεκρά
στην άβυσσο
που ονομάζουν κόσμο.
Το πράσινο φως...
Έσβησε.

Προσπαθώντας
να γράψω
ό,τι έχει απομείνει
στις σκέψεις μου
ένιωσα το μολύβι
να βαραίνει,
το μυαλό
αδυνατεί
να σε περιγράψει.
Δεν έχουν ειπωθεί,
ακόμα, αυτές οι λέξεις.
Η ανθρώπινη γλώσσα
είναι φτωχή
για να σε περιγράψει.

Και αυτή η λάμψη
χάθηκε
στον ορίζοντα.
Μα δε θα σταματήσω.
Κι ας ταξιδέψω
σε μέρη
άγνωστα.
Το θησαυρό
της καρδιάς μου
έχω σκοπό
να κατακτήσω.


Τρίτη 21 Απριλίου 2015

Η κόρη του Λαρίσου





Ήταν Σάββατο απόγευμα
το Πειληναίο λουσμένο από το ηλιοβασίλεμα
υποδεχόταν τη νύχτα
με ανοιχτά χέρια.
Εκεί, πάνω στη Δασκολόπετρα,
δύο μικρά και φοβισμένα περιστέρια
από τον Αγ. Μάρκο εξοστρακισμένα
αναζητούσαν ζεστασιά.
Σε λίγο, θνητοί και ουρανός,
θα Τον ανέστησαν.


Εκείνη τη στιγμή
σκέφτηκα εσένα.
Μπορούσαμε σαν και 'κείνα
δύο ξενιτεμένοι
να πετούσαμε μακριά
ελεύθεροι και ευτυχισμένοι
χαράζοντας δικό μας χάρτη
χωρίς σύνορα
λογοδοτώντας μόνο
στην Αγάπη και στον Έρωτα.


Μα δεν μπορούμε...


Εγώ
εγκλωβισμένος στην ρουτίνα
φίλος καλός με τη μιζέρια
με τα όνειρά μου διάσπαρτα
στης Ακαδημίας τα Προπύλαια.
Εσύ
με τον ήλιο να χαμογελά
στο πέρασμά σου
αχώριστη με την ευτυχία
στην αγκαλιά της κόρης του Λαρίσου.


Με ένα σου βλέμμα
θα σταμάταγε ο κόσμος
να κινείται.
Με ένα σου φιλί
θα έδινα χρώμα
στα όνειρά μου.
Με μια σου αγκαλιά
θα ζέσταινα
την καρδιά μου.


Μα όλα είναι ασυναρτησίες...


Αιχμαλώτισες
με τα δύο σου
παιδικά μάτια
ένα άλλο περιστέρι.
Κανένας
άνθρωπος και Θεός
δεν μπορεί
να αντισταθεί
στη λαμπερή σου αύρα.


Εκείνος τολμηρός
πήγε αρματωμένος
να κατακτήσει
τη πολυπόθητη
καρδιά σου.
Γιατί η ζωή
επιβραβεύει τους επίμονους
και τιμωρεί βάναυσα
τους δειλούς
και τους ψοφοδεείς.


Τραβήξατε μαζί
σε άλλα πελάγη
μακριά από έγνοιες.
Ίσως ποτέ
να μη σε ξαναδώ.
Αλλά δεν ανησυχώ.
Γιατί και οι δυο μας
γνωρίζουμε καλά
ότι αυτή τη στιγμή
κοιτάμε τον ίδιο ουρανό.